ἑκατονταετής

ἑκατονταετής
masc/fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εκατονταετής — ές (θηλ. και εκατονταέτις) (AM ἑκατονταετής, ές) 1. εκατόχρονος, αυτός που έχει διάρκεια εκατό χρόνων 2. (για πρόσωπα) ο εκατοντούτης μσν. νεοελλ. φρ. «εκατονταετής πόλεμος» ο πόλεμος μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας (1338 1453) που είχε διάρκεια εκατό …   Dictionary of Greek

  • εκατονταετής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή 1. που έχει ηλικία ή διάρκεια εκατό ετών, ο εκατόχρονος. 2. το αρσ. ως ουσ., εκατονταετής ο πόλεμος μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας, που διάρκεσε περισσότερο από εκατό χρόνια (1337 1453) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Εκατονταετής πόλεμος — Πόλεμος μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας, που διήρκεσε από το 1337 έως το 1453, με περιόδους ανακωχής, ορισμένες από τις οποίες είχαν αρκετά μεγάλη χρονική διάρκεια. Είχε χαρακτήρα δυναστικό, εθνικό και οικονομικό. Ξέσπασε με τον θάνατο του Καρόλου Δ’ …   Dictionary of Greek

  • ἑκατονταετῆ — ἑκατονταετής neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἑκατονταετής masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἑκατονταετής masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατονταετεῖ — ἑκατονταετής masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἑκατονταετής masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατονταετεῖς — ἑκατονταετής masc/fem acc pl ἑκατονταετής masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γαλλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γαλλίας Έκταση: 547.030 τ.χλμ Πληθυσμός: 58.518.148 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα: Παρίσι (2.125.246 κάτ. το 2000)Κράτος της δυτικής Ευρώπης. Συνορεύει στα ΝΑ με την Ισπανία και την Ανδόρα, στα Β με το Βέλγιο και το… …   Dictionary of Greek

  • φίλιππος — I Όνομα 5 βασιλιάδων της Μακεδονίας. 1. Φ. A’. Γιος του Αργαίου και πατέρας του Αερόπου, τρίτος ή έκτος βασιλιάς της Μακεδονίας. Βασίλεψε από το 621 έως το 588 π.Χ., και έπεσε πολεμώντας εναντίον των Ιλλυριών. 2. Φ. B’. Πατέρας του Μεγάλου… …   Dictionary of Greek

  • εκατονταέτις — η βλ. εκατονταετής …   Dictionary of Greek

  • εκατόχρονος — η, ο 1. ο εκατονταετής, αυτός που είναι κατασκευασμένος ή υπάρχει από εκατό χρόνια 2. ο πολύ παλιός 3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα εκατόχρονα η εκατονταετηρίδα («τα εκατόχρονα τού Σολωμού») …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.